Αγιον Ορος
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ
Αγιον Ορος
Αγιον Ορος - Αθως
Το Αγιον Ορος βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ελλάδος, στη Χαλκιδική . Κάντε κλίκ για να δείτε τον χάρτη του Αγίου Ορους.

Άθως - Άγιον Όρος                                                                                           Agion Oros - Mount Athos

Ο Άθως, αποτελεί όρος με ύψος 2.033 μέτρα, που καταλαμβάνει το νότιο ακραίο τμήμα της ομώνυμης χερσονήσου, της χερσονήσου του Άθω. Η ονομασία Άθως (-ω), όπως και οι ονομασίες Άθων (-ωνος) και Αθόως (-ω), με τις οποίες επίσης αναφέρεται είναι αρχαίες, ενώ ο τύπος Άθωνας είναι νεοελληνικός. Οι τύποι Όρος και κυρίως Άγιον Όρος, που χρησιμοποιούνται παράλληλα με την ονομασία Άθως από τον 11ο αιώνα, συνδέονται με το χαρακτήρα του Άθω, ως μοναστικής πολιτείας.

ΙΣΤΟΡΙΑ
Το μεγαλείο και την ομορφιά του Άθω ύμνησαν οι αρχαίοι, οι μεσαιωνικοί και οι νεότεροι συγγραφείς. Κοσμικοί και ιερωμένοι αμιλλώνται σε λυρικές περιγραφές της άγριας φυσικής ομορφιάς της ανατολικότερης χερσονήσου της Χαλκιδικής, που έμεινε αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες, εξαιτίας της απόλυτης μόνωσης που της εξασφάλισε η δομή της μοναχικής πολιτείας και η ιδιαίτερη προστατευτική νομοθεσία της απόλυτης ανεξαρτησίας της. Σε χρυσόβουλο του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού προς τη Μονή της Λαύρας, (περίπου 1144) αναγνωρίζεται οριστικά και επιβάλλεται επίσημα η ονομασία: «εφεξής το όρος του Άθω ονομάζεται Άγιον Όρος». Ο ίδιος ο αυτοκράτορας περιγράφει το Άγιο Όρος με τα πιο κολακευτικά λόγια. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος ονομάζει το Άγιον Όρος «καταφύγιον πασών των αρετών». Ο Ιωάννης Κατακουζηνός αναφέρει για το Άγιο Όρος ότι είναι μια «θεία πολιτεία» και τέλος ο Νικηφόρος Γρηγοράς γράφει για το Άγιον Όρος ότι «εξ υπαρχής η φύσις το διέθεσεν δια να γίνη σπουδαστήριον, ένθα καλλιεργείται η αρετή». Μετά την Άλωση, το Άγιον Όρος θεωρήθηκε από όλους «απροσμάχητος της ορθοδοξίας ακρόπολις», «μουσών καταφύγιον και κιβωτός ιερών παραδόσεων». Οι καλόγεροι όμως από το Άγιον Όρος, τη μοναχική πολιτεία του Άθω, τη θεωρούν ανέκαθεν αφιερωμένη στη Μητέρα του Θεού και θεωρούν το Άγιο Όρος «κλήρον ίδιον της Θεοτόκου» και «περιβόλι της Παναγίας». Σε αυτό ακριβώς το γεγονός βασίζεται και το άβατο για το Άγιον Όρος: «Όρος ανεπίβατον τη γυναικεία φύσει».

Ονομασία του Άθω, αρχαίες πόλεις
Το όνομα του Άθω είναι προελληνικό και δόθηκε πιθανότατα από τους πρώτους κατοίκους, Πελασγούς – Τυρσηνούς ή τους Θράκες. Είναι άγνωστη η ετυμολογία και η σημασία του. Θα αρκεστούμε προς το παρόν σε ότι στοιχεία έχει διασώσει η παράδοση. Η ονομασία Άθως οφείλεται, σύμφωνα με την παράδοση, στο Γίγαντα Άθω, ο οποίος κατά τη Γιγαντομαχία έριξε εναντίον του Ποσειδώνα έναν μεγάλο βράχο που έπεσε στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το όρος Άθως. Σύμφωνα με άλλη μυθολογική παράδοση, ο Ποσειδώνας έριξε ένα τεράστιο λιθάρι που καταπλάκωσε τον Γίγαντα Άθω. Τον Άθω μνημονεύει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Σχετικά με τις αρχαίες πόλεις του Άθω, ο πατέρας της Ιστορίας, Ηρόδοτος μνημονεύει τις εξής πόλεις: «Εν δε τω ισθμώ τούτο, ες τον τελευτά, ο Άθως Σάνη πόλις ελλάς οίκηται, αι δε εκτός Σάνης έσω δε του Άθω οικημέναι….εισίν αίδε, Δίον, Ολόφυξος, Ακρόθωον, Θύσσος Κλεωναί. Πόλιες δε αύται αι τον Άθω νέμονται». Ο γεωγράφος Στράβων παραλείπει τη Σάνη, που είχε καταστραφεί από το Φίλιππο Β΄, μνημονεύει όμως κοντά στη διώρυγα του Ξέρξη την Άκανθο, που ταυτίζεται με τη μεσαιωνική Ερισσό. Ο Έλληνας θαλασσοπόρος από την Καρία, Σκύλαξ που έζησε στα χρόνια του Δαρείου του Υστάσπου, στον Περίπλουν αναφέρει επιπλέον την πόλη Χαράδρια. Κατά τον Στράβωνα, ο Άθως είχε πέντε πόλεις: Δίον, Κλεωνάς, Θύσσον, Ολόφυξον, Ακροθώους. Για την τελευταία μάλιστα σημειώνει ότι «αύτη προς τη κορυφή του Άθωνος κείται».Ο Πλίνιος εξάλλου μνημονεύει τις εξής πόλεις: «Ουρανούπολιν, Παλαιώτριον, Θύσσον, Κλεωνάς και Απολλωνίαν». Η ταύτιση των αρχαίων αυτών πολισμάτων και η επισήμανση της θέσης τους με ιδιαίτερη ακρίβεια είναι ίσως αδύνατη ακόμη χωρίς συστηματική αρχαιολογική έρευνα. Ορισμένοι παλαιότεροι συγγραφείς, βασιζόμενοι σε επιφανειακά αρχαιολογικά δεδομένα, κυρίως μάρμαρα εντοιχισμένα σε γειτονικά μοναστήρια, έχουν επιχειρήσει να προσδιορίσουν τις πιθανές θέσεις των αρχαίων πόλεων της χερσονήσου του Άθω που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Τη Σάνη, αποικία Ανδρίων, τοποθετούν συνήθως στον ισθμό της Ακτής, στη μεσημβρινή άκρη της διώρυγας του Ξέρξη, στη θέση της «Τρυπητής». Ανατολικά του μεσημβρινού άκρου της διώρυγας υψώνονται δυο λόφοι, όπου, κατά τη διάνοιξη του δρόμου που οδηγεί από την Ιερισσό στην Ουρανούπολη, αποκαλύφθηκαν άφθονα ερυθρόμορφα όστρακα και νομίσματα του πρώτου μισού του 4ου αι πΧ. Τα δεδομένα αυτά, μαζί με λάρνακες και τάφους που βρέθηκαν στις πλαγιές τους, σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες του Ηροδότου και του Θουκιδίδη, στηρίζουν την άποψη, ότι εδώ σε αυτούς τους λόφους, θα έπρεπε να αναζητηθεί η Σάνη. Στα ερείπια της Σάνης δέχονται ορισμένοι συγγραφείς ότι η Ουρανούπολη χτίστηκε από τον γιο του Αντιπάτρου, τον Αλέξαρχο, επάνω σε ψηλό λόφο που κατά το Στράβωνα είχε περιφέρεια 30 σταδίων. Ο Αθηναίος αναφέρει ότι ο Αλέξαρχος επινόησε μια νέα διάλεκτο για να μπορούν να συνεννοούνται οι πολίτες. Από την Ουρανούπολη έχουν σωθεί χάλκινα και ασημένια νομίσματα με τις επιγραφές: Ουρανίδων, Ουρανίδων πολεως και Ουρανίας πόλεως. Η θέση του Δίου, αποικίας Ερετριέων, δεν έχει προσδιορισθεί με ακρίβεια, γιατί εμφανίζονται αντικρουόμενες πληροφορίες. Ορισμένοι τοποθετούν την πόλη στη ΒΑ μικρή χερσόνησο Στελάρια, στον Πλατύ γιαλό. Κατά το Θουκυδίδη, το Δίον μαζί με τη Σάνη πρόβαλαν αντίσταση στο Σπαρτιάτη στρατηγό Βρασίδα στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Πιθανότερο όμως είναι η θέση του Δίου να ταυτίζεται με τα αρχαία τείχη που σώζονται στη θέση Παπαρνίκια, στη ΒΑ πλευρά του Άθω, στα όρια της ιεράς Μονής Χελανδαρίου (ή Χιλανδαρίου). Για την Ολόφυξο (Ολόφυξις), που στα χρόνια του Θουκυδίδη κατοικούνταν από βαρβάρους, τη δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Ακτής γνωρίζουμε θετικά ότι βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου. Πολλοί την τοποθετούν ανάμεσα στα μοναστήρια Εσφιγμένου και Χελανδαρίου. Αυτό δεν είναι σωστό, γιατί πραγματικά στη θέση αυτή πάνω σε κωνικό λόφο, πλάι στον αρσανά που είχε η Μονή Χελανδαρίου και πολύ κοντά στη Μονή του Αγίου Βασιλείου όπου έχουν σωθεί κυκλώπεια τείχη και άφθονα όστρακα επάνω στο έδαφος, βρισκόταν η πελασγική Χρυσή, κατοικία των Λημνίων και μάλιστα κατοίκων της βυθισμένης λήμνιας Χρυσής. Στη θέση του μοναστηριού και κατά μήκος του γιαλού, απλώνεται το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης. Η πόλη Ακρόθωον ή Ακρόθωοι, μια από τις πέντε πελασγικές πόλεις, κατά πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου, βρισκόταν επί τας άκρας του Άθω. Την πόλη τοποθετούν ο Λήκ και ο Γκιγιού-Μπομπαίρ κοντά στη θέση όπου ανιδρύθηκε η Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ο Στράβων και ο Πλίνιος την τοποθετούν στην άκρη της χερσονήσου (και όχι στην άκρη του Όρους). Ίσως η θέση της πόλης βρισκόταν ΒΔ του ακρωτηρίου Νυμφαίου, κοντά στη Σκήτη της Αγίας Άννης ή κοντά στη Νέα Σκήτη και στη Μονή Αγίου Παύλου, όπου στα μποστάνια και στους ελαιώνες βρίσκονται διάφορα λείψανα της αρχαιότητας, όστρακα αρχαίας κεραμεικής, νομίσματα, μια σαρκοφάγος και μια μαρμάρινη επιγραφή. Στο Δοχειό της Λαύρας βρέθηκε παλαιά μαρμάρινη λάρνακα της Ρωμαίας Σερβιλίας. Ο Πλίνιος αναφέρει τη μακροβιότητα των κατοίκων, όπως και ο Λουκιανός. Ο Πτολεμαίος το Ακρόθωο ονομάζει Άθωσαν. Ο Θ. Προβατάκης υποστηρίζει ότι η Άθωσα βρίσκεται στη μεσημβρινή πλευρά του Άθω, πάνω από τα κελιά της σημερινής Κερασιάς, όπου έχουν επισημανθεί πολλά ερείπια. Οι Ακρόθωοι βοήθησαν τους Πέρσες και προσέφεραν στόλο στον Ξέρξη. Τη Θύσσο, αποικία Χαλκιδέων, ορισμένοι τοποθετούν στη ΝΔ πλευρά της χερσονήσου, ανάμεσα στη Μονή Ζωγράφου και τη Μονή Κασταμονίτου και άλλοι πάλι σε λόφο κοντά στη Μονή του Παντοκράτορα. Τις Κλεωνές, αποικία επίσης Χαλκιδέων, όλοι οι συγγραφείς τις τοποθετούν στη μεσημβρινή πλευρά της χερσονήσου, κοντά στη Μονή του Ξηροποτάμου στο οποίο έχουν εντοιχιστεί πολλά αρχιτεκτονικά μέλη της αρχαίας πόλης. Η Χαραδρία ή Χαραδρούς, που την αναφέρει ο Σκύλαξ, βρισκόταν πιθανώς στη θέση όπου ανιδρύθηκε το μοναστήρι του Βατοπεδίου. Η μαρτυρία του Θουκυδίδη, η σχετική με τους κατοίκους της Ακτής, έχει ιδιαίτερη σημασία για τη φυλετική δομή των κατοίκων, των αρχαιότερων και των μεταγενέστερων αποικιών αν και οι παλαιότεροι Πελασγοί, που εδώ ταυτίζονται με τους Τυρρηνούς που πρωτοκατοίκησαν την Αθήνα και τη Λήμνο, ήταν και αυτοί άποικοι που εκδιώχθηκαν από νοτιότερες περιοχές. Μιλώντας ο Θουκυδίδης για τις πόλεις της Ακτής, αναφέρει ότι κατοικούνται: «ξυμμείκτοις έθνεσι βαρβάρων διγλώσσων και τι και Χαλκιδικόν ένι βραχύ, το δε πλείστον Πελασγικόν, των και Λημνόν ποτε και Αθήνας Τυρσηνών οικησάντων, και Βισαλτικόν και Κρηστωνικόν και Ηδώνες, κατά δε μικρά πολίσματα οίκουσιν». Αξίζει όμως να ερευνηθεί συστηματικά ποιους θεωρούσε ο Θουκυδίδης δίγλωσσους βαρβάρους, τα θρακικά έθνη (τους Βισάλτες, τους Κρηστώνες, τους Ηδώνες) ή τους Τυρρηνούς-Πελασγούς, που εκτός από τη δική τους γλώσσα μιλούσαν και τα Ελληνικά. Ο Στράβων προσδιορίζει, με μεγαλύτερη μάλιστα ακρίβεια, σε ποια πολίσματα κατοικούσαν οι Πελασγοί από τη Λήμνο και τα κατονομάζει: «Κλεωνάς, Ολόφυξον, Ακροθώους, Δίον, Θύσσον». Ο Πλίνιος στις γνωστές πόλεις της Ακτής, προσθέτει και άλλες ανάμεσα στις οποίες την Ουρανούπολη και την Απολλωνία. Μετά την καταστροφή του μεγάλου στόλου του Δαρείου το 492 πΧ στο ακρωτήριο του Άθω, ο γιος του Ξέρξης, κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας το 480 πΧ, για να αποφύγει παρόμοια τραγική περιπέτεια, αποφάσισε να διανοίξει δίολκο στη θέση της Σάνης. Την τομή είχε αναθέσει σε Φοίνικες συμμάχους του, που ήταν έμπειροι σε παρόμοια έργα, και στους κατοίκους των γειτονικών πελασγικών πολισμάτων της Ακτής. Στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ υποτάχθηκε και η χερσόνησος της Ακτής στους Μακεδόνες μαζί με την Αμφίπολη, την Όλυνθο και την Απολλωνία. Με τον Άθω συνδέεται και η διήγηση που αναφέρεται σε πρόταση του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη (κατά τον Στράβωνα) η Στασικράτη (κατά τον Πλούταρχο), που πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετατρέψει τον Άθω σε ανδριάντα εκείνου, προς δόξα του μακεδονικού μεγαλείου. Ο Άθως – Αλέξανδρος θα ήταν ορατός στους ναυτικούς από μακριά με την πολυάνθρωπη πόλη, περίπου όπου και η σημερινή Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, και με τον ποταμό αυτό, που χύνεται σήμερα σαν καταρράκτης κοντά στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Ευτυχώς όμως ο Αλέξανδρος αρνήθηκε την πρόταση του Δεινοκράτη, με την απάντηση που του αποδίδουν: «άφες το όρος ως έχει. Αρκεί ότι έτερος βασιλεύς κατέλιπεν αϊδιον την αλαζονείαν του διορύξας αυτό». Ο Άθως υποτάχθηκε στους Ρωμαίους μετά την ήττα του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας, του Περσέα το 168 πΧ, μαζί με άλλες μακεδονικές πόλεις. Στις πόλεις του Άθω λατρεύονταν ο Ζευς, ο Ομάλιος ή Φύξιος, ο Απόλλων, ο Διόνυσος, ο Ηρακλής, ο Τιτάν Κρείος, ο Νηρεύς, η Αφροδίτη, η Ουρανία, η Μόρφω, η Άρτεμις η αγραία και ποταμία, η Δήμητρα και άλλες πελασγικές και θρακικές θεότητες. Ορισμένες από τις αρχαίες πόλεις της Ακτής που μνημονεύσαμε καταστράφηκαν ήδη από την εποχή των Περσικών πολέμων, άλλες χάθηκαν αργότερα κατά την καταστροφή των πόλεων της Χαλκιδικής Ομοσπονδίας από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Ορισμένες όμως έζησαν και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, γιατί ορισμένα λείψανα και όστρακα μαρτυρούν ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους και άλλα χριστιανική εποχή. Και αυτές όμως καταστράφηκαν πιθανότατα κατά την εποχή των σλαβικών επιδρομών, μια και γνωρίζουμε πως κάποιες συμπαγείς ομάδες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ακάνθου-Ιερισσού, γύρω στον Πρόβλακα. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για τη συστηματική εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών στη θέση των παλαιών πολισμάτων. Ίσως και να έγιναν πρόσκαιρες ή μονιμότερες εγκαταστάσεις, που μεταγενέστερες στρατιωτικές επεμβάσεις των Βυζαντινών περιόρισαν ή κατέστρεψαν, με την εγκατάσταση πολεμικών φύλων ή στρατιωτικών σωμάτων Τσακώνων στον Άθω. Πάντως, μηδαμινές είναι οι υπεύθυνες ιστορικές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά τεκμήρια για την πρώτη μΧ χιλιετία τη θέση των ιστορικών πληροφοριών κατέχουν ο θρύλος και η παράδοση, που καλύπτουν την ιστορία της χερσονήσου μέχρι τον 10ο αιώνα.

Άγιον Όρος. Πρώτοι αναχωρητές.
Σύμφωνα με τις μοναχικές παραδόσεις, η Θεοτόκος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος όταν πλέοντας για την Κύπρο μαζί με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή για να επισκεφθούν το Λάζαρο, αναγκάστηκαν εξαιτίας μιας μεγάλης τρικυμίας, από τις συνηθισμένες στη ΒΑ πλευρά του Άθω, να προσορμιστούν στη θέση όπου αργότερα ιδρύθηκε η Μονή των Ιβήρων. Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν άλλοι οικισμοί παρά τα ερείπια ενός ναού του Απόλλωνα. Η Παναγία, κατά την παράδοση, ενθουσιάστηκε με το μοναδικό τοπίο του Άθω και ζήτησε από τον Υιό της να της δωρίσει τη χερσόνησο. Τότε η παράδοση αναφέρει ότι ακούστηκε η φωνή του Χριστού που αφιέρωνε αιώνια τον Άθω στην Παναγία: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι». Από τότε αφιερώθηκε το Άγιον Όρος ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγίας». Κατά τις ίδιες πάντα μοναχικές παραδόσεις, τα παλαιότερα μοναστήρια ιδρύθηκαν στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Τα μοναστικά αυτά κέντρα κατέστρεψε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, αλλά τα ανίδρυσαν μεγαλοπρεπέστερα ο Θεοδόσιος ο Μέγας και η Πουλχερία. (Γ. Σωτηρίου, «Το Άγιον Όρος» σ.18, 19 Κ. Βλάχου. Μια άλλη παράδοση από το Άγιο Όρος αναφέρει πως ο Μέγας Κωνσταντίνος έδιωξε από τον Άθω τους Τσάκνες και τους εγκατέστησε στην Πελοπόννησο για να παραδώσει τον τόπο στους μοναχούς. Η παράδοση αυτή ίσως απηχεί μεταγενέστερα γεγονότα, που έχουν σχέση με την εγκατάσταση του στρατιωτικού σώματος των Τσακώνων στην περιοχή της Ανατολικής Λακωνίας, της Μονεμβασίας και του Έλους, που αργότερα μετονομάστηκε Τσακωνιά. Φαίνεται πως η τάση για την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και την καταφυγή στην έρημο παρατηρήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα ως αντίδραση, ως μια διαμαρτυρία στη δομή της τότε κοινωνίας. Η φυγή μεμονωμένων ατόμων και αργότερα μετά τους διωγμούς, ομάδων χριστιανών δημιούργησε τις πρώτες μοναχικές κοινωνίες σε ερημικά και απροσπέλαστα μέρη, κοντά σε κάποιες πηγές, που αποτελούσαν μοναδικό στήριγμα στη ζωή των πρώτων αναχωρητών. Τα ιδανικά της μοναχικής ζωής, όπως διαμορφώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, ήταν η παρθενία, η ακτημοσύνη και η υπακοή, μέσα για την πραγμάτωσή τους η συνεχής σωματική και ψυχική άσκηση και η αέναη μυστική προσευχή προς το Θεό. Με την απόλυτη απομόνωσή του και τη συνεχή προσευχή του, ο μοναχός προσπαθεί να σώσει την ψυχή του, αφιερώνοντας ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στο Θεό. Τίποτα δεν είναι γνωστό με ασφάλεια για το χρόνο εγκατάστασης των πρώτων αναχωρητών στον Άθω. Για το θέμα αυτό έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις. Είναι πάντως γνωστό ότι μετά την οριστική εγκατάσταση των Αράβων στις επαρχίες της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης, πολλοί αναχωρητές των περιοχών αυτών (της Νιτρίας, της Θηβαϊδας, του Σινά, της Παλαιστίνης και του Καλάτ-Σιμάν) κατέφυγαν σε μέρη ερημικά και απροσπέλαστα της Μικράς Ασίας λ.χ στον Λάτμο (Λάτρο), τον Σίπηλο ή τον Βιθυνικό Όλυμπο, ο οποίος στα χρόνια κιόλας των Ισαύρων ονομαζόταν Άγιον Όρος. Φαίνεται όμως ότι οι περιοχές αυτές κατοικήθηκαν από ερημίτες ήδη από τον 7ο αιώνα, ίσως στην αρχή από Σιναϊτες Μοναχούς (Σ. Καδά «Το Άγιον Όρος» σ. 10). Τον 8ο αιώνα ή στις αρχές του 9ου αιώνα κατά την περίοδο της εικονομαχίας, ιδίως στα χρόνια που εντάθηκαν οι διωγμοί, ίσως κατέφυγαν στον Άθω ομάδες εικονολατρών μοναχών. Τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο. Η πρώτη θετική πληροφορία που μνημονεύει Αθωνίτες μοναχούς υπάρχει στα Πεπραγμένα της Συνόδου, κατά της Εικονομαχίας, στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Και ο ιστορικός όμως του 10ου αιώνα Ιωσήφ Γενέσιος αναφέρει ότι ασκητές από τον Βιθυνικό Όλυμπο, την Ίδη και τον Άθω πήραν μέρος στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (843) που αναστήλωσε τις εικόνες: «κατίασιν εκ του περιωνύμου Όρους Ολύμπου, Άθω τε και της Ίδης, αλλά μην και του κατά Κυμινάν συμπληρώματος (θεοφόροι άνδρες) περιφανώς την ορθοδοξίαν κηρύττοντες…». Η μαρτυρία αυτή είναι θετική και μπορεί να στηριχθεί η άποψη ότι στα μέσα του 9ου αιώνα υπήρχαν στον Άθω εξέχοντες αναχωρητές ή και μοναχοί, που η φήμη τους είχε ξεπεράσει τα όρια του «τόπου της μετανοίας» τους ώστε να προσκληθούν από τη βασίλισσα να λάβουν μέρος στη σύνοδο που καταδίκασε την εικονομαχία. Για να έχουν όμως αναδειχθεί ήδη στα μέσα του 9ου αιώνα (843) ασκητές περίφημοι, λόγιοι, διδάσκαλοι φημισμένοι για την αρετή και την πίστη τους στην ορθοδοξία, ώστε να τους προσκαλέσουν στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως ακριβώς για να κατακυρώσουν με την αυθεντία και το κύρος τους στα θεολογικά ζητήματα την καταδίκη της εικονομαχίας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αρκετά χρόνια πριν θα ανθούσε ο ασκητισμός εκεί ή ότι θα είχαν καταφύγει εκεί αρκετοί μοναχοί από πολύ παλαιότερα χρόνια, ώστε να προσελκύσει ο τόπος εξέχοντες μοναχούς ή να αναδείξει ο Άθως, μεταξύ πολλών, τους άριστους που με τον καιρό απέκτησαν φήμη. Το αρχαιότερο αυτοκρατορικό έγγραφο για τον Άθω είναι ένα σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα (872) που όμως δεν σώθηκε και που αναφέρεται στον Ιωάννη Κολοβό, αυτόν που ίδρυσε την ομώνυμη Μονή κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη (στον Πρόβλακα). Και σε δεύτερο έγγραφο του ίδιου αυτοκράτορα, του έτους 883, διαβάζουμε την πρόνοια του βασιλιά για τους μοναχούς: «αθορύβους και αταράχους διάγειν, εύχεσθαι τε υπέρ της ημών γαληνότητος και υπέρ παντός των χριστιανών συστήματος, όθεν και εξασφαλιζόμεθα πάντας, από τε στρατηγών, βασιλικών ανθρώπων και έως εσχάτου ανθρώπου του δουλείαν καταπιστευομένου, έτι δε και ιδιώτας και χωριάτας, και έως του εν τω μύλωνι αλήθοντος, ίνα μη επιηρεάση τις τους αυτούς μοναχούς, αλλά μηδέ καθώς εστί του Ερισσού η ενορία και την έσω προς το του Άθωνος Όρους (Άγιον Όρος) εισέρχεσαθαι τινάς μήτε ποιμένας μετά των ποιμνίων αυτών μήτε βουλόλους μετά των βουκολίων». (Μ. Γεδεών, σ. 79). Κατά το τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα υπήρχε μεγάλο πλήθος ερημιτών και σκήτες και μικρά κοινόβια και λαύρες γύρω από τον ισθμό, τον Πρόβλακα. Ήδη την εποχή αυτή διαπιστώνουμε πως σε κάποιο σημείο της περιοχής, πιθανότατα ανάμεσα στο Ιβηρήτικο μετόχι «Πυργούστα» και την «Κομίτσα», λειτουργούσε ένα μοναστικό διοικητικό κέντρο, που είναι γνωστό με τον τίτλο «καθέδρα γερόντων», όπου εξασκούσε ένα είδος εποπτείας και διοικήσεως των μοναστικών κοινοτήτων μια ομάδα μοναχών εκπροσώπων των διαφόρων κοινοβίων και των ασκητών, με επικεφαλής τον Πρώτο (από Κ. Βλάχο για το Άγιον Όρος «Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους, σ.23). Στη θέση αυτή τρεις φορές τουλάχιστον το χρόνο, συνεδρίαζαν οι γέροντες επικεφαλείς διαφόρων μοναχικών σχημάτων για να αποφασίσουν για βασικά προβλήματα της μοναστικής πολιτείας. Ανάμεσα στις σκήτες και τις μικρές μονές, ιδιαίτερη δύναμη είχε αποκτήσει η Μονή Κολοβού κοντά στην Ιερισσό, με την απόσπαση, το 886, χαριστικών σιγιλλίων από τον γιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, τον Λέοντα ΣΤ΄ το Σοφό. Με τα σιγίλια αυτά οι μοναχοί της Μονής Κολοβού έγιναν κύριοι όχι μόνο του Άθω, αλλά και της περιοχής των Σιδεροκαυσίων και των Χλομουτλών, τη Μονή Μουστάκωνος, τη Μονή Καρδιογνώστου, τη Μονή του Αθανασίου, τη Μονή του Λουκά. Τον ίδιο χρόνο όμως κατόρθωσαν οι Αθωνίτες μοναχοί να επανορθώσουν την αδικία και να λάβουν νέο διορθωτικό σιγίλιο από τον αυτοκράτορα, που ακύρωνε τα προηγούμενα που αποσπάστηκαν «κατά πανουργίαν». Η ιστορία έχει διασώσει δυο μεγάλα ονόματα του πρώιμου μοναχικού βίου στον Άθω. Ο πρώτος είναι ο Πέτρος ο Αθωνίτης και ο δεύτερος ο Ευθύμιος Θεσσαλονίκης. Βιογραφία του Πέτρου του Αθωνίτη έγραψαν ο Νικόλαος Σιναϊτης και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς. Από τον βίο του οσίου Πέτρου μαθαίνουμε ότι εκτός από τα άλλα μοναστήρια που μνημονεύσαμε, υπήρχε και η Μονή Κλήμεντος, από τις αρχές τουλάχιστον του 9ου αιώνα. Ο όσιος Πέτρος ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε στα αυτοκρατορικά τάγματα των Σχολαρίων. Αιχμαλωτίστηκε όμως από τους Άραβες και οδηγήθηκε στο φρούριο της Σαμάρα, στη Μεσοποταμία, από όπου ύστερα από περιπέτειες κατόρθωσε να ελευθερωθεί. Μοναχός πήγε στη Ρώμη, αλλά γρήγορα κατέφυγε σε απροσπέλαστες τοποθεσίες του Άθω, όπου μόνασε 53 χρόνια έχοντας για τροφή άγρια χόρτα χωρίς να συναντήσει άνθρωπο μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του. Η δεύτερη φυσιογνωμία του αθωνίτικου ασκητισμού είναι ο Άγιος Ευθύμιος «ο εν Θεσσαλονίκη» που καταγόταν από τα μέρη της Άγκυρας (γεννήθηκε το 823). Όταν καταστράφηκε η Μονή της ασκήσεώς του στον Όλυμπο της Μυσίας, στα χρόνια του Σχίσματος, κατέφυγε στον Άθω. Εκεί έζησε τρία χρόνια ως ερημίτης μέχρι το 862, οπότε τον βλέπουμε να ιδρύει λαύρα. Οι πειρατικές επιδρομές όμως των Σαρακηνών, που είχαν ορμητήριο την Κρήτη, ήταν μια φοβερή μάστιγα για τους ασκητές που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο του Άθω και να καταφύγουν στο εσωτερικό της Χαλκιδικής, στη Βρασταμού. Εκεί ο Ευθύμιος ίδρυσε μια καινούργια λαύρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Ευθύμιου ήταν και ο Ιωάννης Κολοβός, που είδαμε ότι ίδρυσε τη λαύρα κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη. Η παράδοση θεωρεί ότι και η ερειπωμένη σήμερα Μονή του Αγίου Βασιλείου, που βρίσκεται στην παραλία της Μονής Χελανδαρίου, σε μικρή απόσταση ΒΑ του Αρσανά, πλάι στο νεκροταφείο της αρχαίας Χρυσής, ανιδρύθηκε από τον άγιο Βασίλειο έναν άλλο μαθητή του οσίου Ευθυμίου, επίσης τον 9ο αιώνα. (αναφορά για το Άγιο Όρος, Κ. Βλάχος «Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους). Σε σιγίλιο του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, βλέπουμε ότι η έδρα του Πρώτου, κοντά στη διώρυγα του Ξέρξη, ονομάζεται ήδη από το 911 «Παλαιά». Είχε συνεπώς μεταφερθεί στη νέα της θέση στο κέντρο της χερσονήσου στη «Μέση» όπως ονόμαζαν τότε τις Καρυές. Αυτό σημαίνει ότι στις αρχές του 10ου αιώνα ο μοναχισμός είχε απλωθεί σε όλο τον Άθω και δεν εξυπηρετούσε τους μοναχούς και τους ασκητές η παλιά θέση του Πρώτου στη διώρυγα κοντά στην Ιερισσό που εξυπηρετούσε αρχικά τα εκεί γύρω συγκεντρωμένα παλαιά κοινόβια και λαύρες. Στη Μέση κατοικούσε αρχικά μόνο ο Πρώτος, που τον εξέλεγαν οι μοναχοί όλων των μοναστηριών και αυτός διοικούσε πνευματικά τον τόπο. Τρεις φορές το χρόνο (τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), συνέρχονταν εκεί οι αντιπρόσωποι από την κάθε Μονή. Ο Πρώτος στο Άγιο Όρος, είχε εξουσία εκκλησιαστική και δικαίωμα να φοράει πολυσταύριο φελόνι, όπως οι αρχαίοι ιερείς. Είχε δικαίωμα επίσης να μετέχει στις συνόδους και στις συνελεύσεις των πατριαρχών, να χειροτονεί υποδιακόνους και αναγνώστες και να αποκαθιστά ηγουμένους και πνευματικούς στα μοναστήρια που υπήρχαν στο Άγιον Όρος.

Το Πρωτάτον
Ο ναός του Πρωτάτου στη σημερινή του μορφή διαφέρει από το αρχικό πρότυπο, το οποίο κατά τη διάρκεια των αιώνων έχει υποστεί πολλές τροποποιήσεις. Τον αρχικό ναό ύστερα από παράκληση των μοναχών, φρόντισε να διευρύνει ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης με οικονομική ενίσχυση του αδελφού του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, του μαγίστρου Λέοντος. Οι εργασίες αυτές πραγματοποιήθηκαν το 965 (Σμυρνάκη, Το Άγιο Όρος, σ. 693) Είναι όμως προβληματική προς το παρόν η θεωρητική αποκατάσταση της αρχικής μορφής του ναού. Είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο αρχικός ναός είχε τις σημερινές διαστάσεις και ήταν μια τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με πεσσοστοιχίες. Η επέμβαση του 965 ήταν πραγματικά πρωτότυπη γιατί η διεύρυνση δεν έγινε με καταστροφή, αλλά με τροποποιήσεις κατά το βιογράφο του οσίου Αθανασίου «ανηγέρθη ευρυχωρότερον του προτέρου ο μέγας ναός». Νομίζω ότι το εδάφιο αυτό θα πρέπει να ερμηνεύσουμε ως μια πραγματική «διεύρυνση» δηλαδή απόκτηση μεγαλύτερου χώρου, ώστε να εξυπηρετούνται καλύτερα οι λειτουργικές ανάγκες του εκκλησιάσματος που για ναούς αθωνικούς διαφέρουν από εκείνες ενός κανονικού ενοριακού ναού και μάλιστα στα μέσα ακριβώς του 10ου αιώνα. Η άποψη αυτή αποδεικνύεται και από την κάτοψη του αρχαιότερου ναού, που έχτισε ο Αθανάσιος το 963 στη Μεγίστη Λαύρα, μόλις δυο χρόνια πριν από τις εργασίες του Πρωτάτου. (Αρχιτεκτονική στο Άγιο Όρος, πρβλ. κάτοψη του καθολικού της Μ. Λαύρας κατά τα σκαριφήματα του 18ου αιώνα πριν από τη διασκευή του 1814, στον Π. Μυλωνά «Η αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1963). Στο καθολικό που υπάρχει στη Μονή Μ. Λαύρας διακρίνουμε την εναγώνια προσπάθεια δημιουργίας μεγάλων χώρων μπροστά από το ιερό με εκατέρωθεν ημικυκλικούς χώρους σε κάτοψη που προέχουν τους χορούς των ψαλτών, αναγκαίους για την εξυπηρέτηση του μοναχικού εκκλησιάσματος που συμμετείχε στη θεία λειτουργία. Η βούληση αυτή των ανθρώπων που έμεναν στο Άγιο Όρος είχε πιθανότατα ως βάση τους κανόνες και τις διαφοροποιήσεις που επέβαλε η αναδιάρθρωση που έγινε από τον όσιο Αθανάσιο στο μοναχικό βίο των αναχωρητών σε ένα αυστηρό κοινοβιακό σύστημα κάτω από ένα πειθαρχημένο πρόγραμμα ζωής. Πιθανότατα μια νέα ανάγκη που επιβλήθηκε από τις απαιτήσεις της νέας κοινοβιακής οργάνωσης της ζωής στην κάθε Μονή, να ήταν η μεγαλύτερη συμμετοχή των μοναχών στις συνεχείς λειτουργίες. Η ανάγκη αυτή δικαιολογεί τη δημιουργία του λεγόμενου αθωνικού αρχιτεκτονικού τύπου των καθολικών, που στην ουσία πρόκειται για ένα σύνθετο, τρίκογχο, εγγεγραμμένο σταυροειδή ναό που ανήκει στη λεγόμενη «Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως». Την αρχική ξυλόστεγη βασιλική με τις βαριές πεσσοστοιχίες ο Κωνσταντινοπολίτης αρχιτέκτονας, πιθανώς ο ίδιος που έχτισε και το καθολικό στη Μονή της Μ. Λαύρας, θέλει να μεταπλάσει ώστε να εξυπηρετήσει τις νέες λειτουργικές ανάγκες. Για το σκοπό αυτό κατεδάφισε ορισμένους πεσσούς στο κέντρο του ναού, σε ένα διάστημα όσο περίπου το πλάτος του ναού και δημιούργησε τότε ίσως, τα δυτικά γωνιακά διαμερίσματα αντίστοιχα με της προθέσεως και του διακονικού. Με τη διαρρύθμιση αυτή παρουσιάζεται στην κάτοψη ένας εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός. Το άνοιγμα της Β. και Ν. κεραίας καλύφθηκε με ένα τόξο που επειδή έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος από τα τόξα της πεσσοστοιχίας, κατέστρεψε τα μικρά φωτιστικά ανοίγματα του υπερυψωμένου κεντρικού κλίτους της αρχικής βασιλικής. Δεν είναι δυνατόν όμως, χωρίς αρχαιολογική έρευνα να απαντήσουμε αυτή τη στιγμή αν η έκδηλη επιθυμία, που διαφαίνεται σε κάτοψη ενός σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, οδήγησε στη συμπλήρωσή του με κάλυψη του κεντρικού τμήματος με τρούλο. Μια έρευνα σε ορισμένα σημεία θα αποδείξει αν οι κεραίες σκεπάστηκαν κάποτε με καμάρες, πράγμα αμφίβολο, εφόσον υπάρχουν ακόμα τα παράθυρα στις μακριές πλευρές της αρχικής βασιλικής. Ίσως οι ανάγκες καλύφθηκαν μόνο από την άποψη της δημιουργίας μεγαλύτερου κεντρικού χώρου, ακριβώς στα σημεία των χορών. Η κάλυψη ίσως ακολούθησε το σύστημα της παλαιότερης βασιλικής, εξαιτίας της αδυναμίας των τοίχων να φέρουν μεγαλύτερες ωθήσεις, επειδή είχαν μικρό πάχος από την κατασκευή τους. Στην επέμβαση αυτή πιθανότατα ανήκει και το μαρμάρινο τέμπλο του κεντρικού και των πλάγιων κλιτών. Σήμερα το βυζαντινό εικονοστάσιο είναι κρυμμένο από ένα μεταγενέστερο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Δεν έχει αποδειχθεί η παλαιά παράδοση από το Άγιον Όρος, που λέει ότι το Πρωτάτο κάηκε από στρατιώτες του φιλενωτικού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1258-1281) ο οποίος θέλησε με αυτό τον τρόπο να τιμωρήσει τους μοναχούς που κινήθηκαν ζωηρά εναντίον των σχεδίων του για την ένωση των Εκκλησιών (Σμυρνάκη, Το Άγιον Όρος, σ. 693). Πάντως στις τελευταίες δεκαετίες του 13ου αιώνα η εκκλησία του Πρωτάτου φαίνεται πως έπαθε μεγάλες καταστροφές από σεισμό ή πυρκαγιά. Κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα, γύρω στα 1300, οι μοναχοί που πραγματικά είχαν υποφέρει από τα γεγονότα που αναφέραμε, αφού καταστράφηκαν τότε και αρκετά μοναστήρια, φρόντισαν να επισκευάσουν το ναό. Μια άλλη, πολύ πιθανή παράδοση, μνημονεύει την επισκευή αυτή στα χρόνια του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Οι επισκευές αυτές δεν φαίνεται να ήταν σημαντικές, ούτε αλλοίωσαν τη μορφή του μνημείου όπως είχε διαμορφωθεί στα χρόνια του οσίου Αθανασίου. Μόνο τα ανοίγματα προς τις εγκάρσιες κεραίες των γωνιακών διαμερισμάτων μίκρυναν. Αυτό το διαπιστώνουμε από την ενσωμάτωση των πλάγιων τμημάτων του μαρμάρινου τέμπλου. Τότε είναι ο που ο ναός ιστορήθηκε όλος από το φημισμένο συνεργείο του αγιογράφου Μανουήλ Πανσέληνου από τη Θεσσαλονίκη.

Το Άγιο Όρος και η ιστορία του στους επόμενους αιώνες
Φαίνεται πως μετά τη διάλυση του εφήμερου κράτους των Κομητοπούλων, μετά το θάνατο του «αποστάτη» Σαμουήλ, που η επανάστασή του εναντίον της βυζαντινής αρχής βασιζόταν ιδιαίτερα πάνω στο βλάχικο στοιχείο και τις δημογραφικές ανακατατάξεις που επακολούθησαν, πολλές βλάχικες φάρες με τα κοπάδια τους κατέφυγαν στο Άγιο Όρος. Η παρουσία των γυναικών των Βλάχων στο κέντρο του μοναχισμού, δημιούργησε πολλά σκάνδαλα και τάραξε, όπως ήταν φυσικό, τη γαλήνη των μοναχών. Η παρουσία των Βλάχων στο Άγιο Όρος δημιούργησε μεγάλη αναταραχή, ιδιαίτερα στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού και με πολύ κόπο κατόρθωσαν οι μοναχοί να επαναφέρουν την τάξη. Στο διώξιμο των Βλάχων από το Άγιο Όρος πρωτοστάτησε ο Ηγούμενος της Λαύρας Ιωάννης Βαλμάς (Π. Χρήστου. «Το Άγιον Όρος εν τω παρελθόντι και τω παρόντι»). Το 12ο αιώνα σταμάτησε απότομα η αθρόα ανέγερση μονών στο Άγιον Όρος. Ο αιώνας αυτός είναι γενικά περίοδος ηρεμίας για τον Άθω. Οι πόλεμοι των Κομνηνών με τους Νορμανδούς που εισέβαλαν στη Μακεδονία, η συγκέντρωση των κρατικών πόρων για την άμυνα και για το λόγο αυτό η αδυναμία των αυτοκρατόρων για δωρεές, ερμηνεύουν ίσως την απουσία κτιριακής δραστηριότητας. Την εποχή αυτή, ο Ηγούμενος Λαυρέντιος και οι Ρώσοι μοναχοί που πρωτοστατούσαν στην παλαιά ελληνική Μονή της Θεοτόκου του Ξυλουργού, όπου σήμερα βρίσκεται η Σκήτη στα όρια από τη Μονή του Παντοκράτορα, ζητούν και τελικά η Σύναξη τους παραχωρεί την ερειπωμένη από άγνωστη αιτία παλαιά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος του Σφραντζή ή του Θεσσαλονικέως που βρισκόταν στη θέση «Παλαιομονάστηρο». Έτσι η Μονή του Θεσσαλονικέως μετονομάστηκε σε Μονή των Ρουσσών ή των Ρώσων, αν και σε μεταγενέστερα χρόνια, μόνο Έλληνες μοναχοί μόνασαν σε αυτήν. Οι Ρώσοι μοναχοί που συνόδευαν τον Λαυρέντιο δεν είναι συνεπώς οι άμεσοι προκάτοχοι των σημερινών Ρώσων που υπάρχουν στο Άγιο Όρος. Υπάρχει όμως και ένα άλλο ιστορικό γεγονός που αναφέρεται στην περίοδο αυτή. Είναι η εμφάνιση των Σλάβων στο Άγιο Όρος. Τόσο μεγάλη αίγλη είχε το Άγιο Όρος και φήμη της πνευματικής ζωής των αναχωρητών, ώστε ο γιος του μεγάλου ζουμπάνου της Σερβίας Στέφανου Νεμάνια, Ράστκο, εγκαταλείπει την πλούσια ζωή στα παλάτια του πατέρα του και καταφεύγει αρχικά στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος του Θεσσαλονικέως (1911) και μετά στο Βατοπέδι. Ο θρύλος έχει διασώσει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τη συμβολική κουρά του νέου Ράστκο και την αποβολή των πλούσιων πριγκηπικών του ενδυμάτων. Ο Ράστκο είναι ήδη Αθωνίτης μοναχός και έχει μετονομαστεί σε Σάββα, όταν ειδοποιεί τον πατέρα του για τη μεγάλη του απόφαση. Η απόφαση του Σάββα επηρεάζει και τον μεγάλο ζουπάνο της Σερβίας, που τον βλέπουμε το 1196 να γίνεται μοναχός στη Μονή της Στουντέντιτσα και να επισκέπτεται το Άγιον Όρος ως μεγαλόσχημος Συμεών. Πατέρας και γιος αναλαμβάνουν αμέσως μια μεγάλη προσπάθεια για να ιδρύσουν τη σέρβικη Μονή στο Άγιο Όρος. Το 1198 ο Σάββας κατορθώνει να αποκτήσει με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο σιγίλιο του Αλεξίου Β΄ την ερειπωμένη παλαιά Μονή του Χιλανδαρίου, που μέχρι τότε ανήκε στο Βατοπέδι. Η Μονή του Χιλανδαρίου μνημονεύεται για πρώτη φορά ως ελληνική Μονή, απόλυτα έρημη το 1076 και γι αυτό το λόγο παραχωρείται στη Μονή Κασταμονίτου. Η ίδρυσή της αναμφίβολα ανάγεται στο 10 αιώνα γιατί το 985 ανάμεσα στους φημισμένους πατέρες του Άθω αναφέρεται και ο Γεώργιος Χελανδάρης (καραβοκύρης) που αναμφίβολα ήταν ο ιδρυτής και ο πρωτοστάτης στη Μονή που αργότερα πήρε το όνομά του (Μονή του Χελανδάρη). Για τελευταία πάλι φορά μνημονεύεται σε έγγραφο του Πρωτάτου, με χρονολογία 1169. Αμέσως μετά ερειπώνεται όπως συνέβη τότε σε πολλά μικρά μοναστήρια και κελιά που υπήρχαν στο Άγιο Όρος. Από την εποχή αυτή τα ερείπια που βρίσκονταν στη Μονή και ο τόπος αναφέρονται στα αγιορείτικα έγγραφα ως «Μηλιές». Τα ερείπια που βρίσκονταν στη Μονή και την περιοχή επικυρώνει τελικά χρυσόβουλο του Αλέξου Γ΄ στο Συμεών και τον Σάββα το 1198 και τα απαλλάσσει από βλέψεις που είχε η Μονή Βατοπεδίου. Με το θάνατο του Συμεών η Μονή κατορθώνει γρήγορα να συμπληρώσει τα κτίσματα. Τελικά η Μονή του Χιλανδαρίου έγινε για τους Σέρβους ότι η Μονή των Ιβήρων για τους Ίβηρες, κέντρο πνευματικής παιδείας και εκπολιτισμού. Η Μονή Χιλανδαρίου υπήρξε πάντα η πνευματική εστία των Σέρβων και οι ηγεμόνες της Σερβίας την αγκάλιασαν με ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό, αφιερώνοντας σε αυτή πλούσια δώρα και στολίζοντάς την συνεχώς με νέα προσκτίσματα. Ανάμεσα στους δωρητές, σπουδαιότερος υπήρξε ο κράλης της Σεβίας Στέφανος Δ΄ Δουσάν που συνήθιζε να υπογράφει με τον τίτλο «τσάρος και αυτοκράτωρ Σέρβων τε και Ελλήνων». Το 1199 ο Σάββας ίδρυσε στις Καρυές ένα ερημητήριο αφιερωμένο στον ουράνιο προστάτη του, τον άγιο Σάββα της Ιερουσαλήμ. Παρά τις αρχικές εσωτερικές μοναχικές διαφορές αναπόφευκτες άλλωστε στα πρώτα χρόνια μιας πολυάνθρωπης μοναχικής πολιτείας, όπου η φύση του ανθρώπου με τις αδυναμίες της έρχεται σε σύγκρουση με τους αυστηρούς, γεμάτους στερήσεις κανόνες της οργανωμένης μοναχικής ζωής, επικράτησε τελικά ισορροπία και γαλήνη. Ωστόσο, ο 13ος αιώνας ήταν γεμάτος ταραχές και βίαιες καταστροφές, που λίγο έλειψε να εξαφανίσουν το Άγιον Όρος. Τα δεινά που πέρασε το Άγιο Όρος, άρχισαν κυρίως με τα επακόλουθα της Δ΄ Σταυροφορίας. Οι βαρόνοι του βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιου του Μομφερατικού με την καθοδήγηση του Λατίνου επισκόπου Σεβαστής, που έλαβε και τον τίτλο του επόπτη στο Άγιον Όρος, λήστευαν συστηματικά τα αγαθά των μοναστηριών που υπήρχαν στο Άγιο Όρος και αποσπούσαν κάθε πολύτιμο λειτουργικό σκεύος. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως με την άνοδο στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του Ερρίκου, που πήρε κάτω από την προστασία του το Άγιο Όρος (1206). Οι μοναχοί από το Άγιο Όρος τότε τόλμησαν να ζητήσουν την προστασία του πάπα Ινοφέντιου Γ΄ που σε βούλα του (1214) έγραψε με θαυμασμό για το Άγιο Όρος «Το Όρος υμών το δια τριακοσίων μοναστηρίων κεκοσμημένον και δι’ ενδόξου πλήθους ευσεβών ανδρών, οίτινες κατέχουσιν μεγίστην περίσσειαν πνευματικών αγαθών, … έστιν Άγιος Τόπος, Οίκος Κυρίου, Ουράνιος ύλη». Στο γράμμα αυτό του πάπα λίγο σεβασμό έδειξαν οι σταυροφόροι. Τα δεινά μετριάστηκαν όταν το 1222 ελευθερώθηκε η Μακεδονία από το δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Κομνηνό και οριστικά μετά την ανάκτηση της Βασιλεύουσας από τον Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο. Ο Μιχαήλ Η΄ πιστεύοντας πως με μια ιδιαίτερη πολιτική θα μπορούσε να αποφύγει τους κινδύνους μιας νέας σταυροφορίας, προσέφερε την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στον πάπα της Ρώμης. Η ενωτική προσπάθεια του αυτοκράτορα συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των μοναχών στο Άγιο Όρος, που επαναστάτησαν εναντίον κάθε ιδέας ένωσης των εκκλησιών. Ο αυτοκράτορας απτόητος υπέγραψε το 1274 στη Λυών τυπικά την ένωση και στην επιστροφή του επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, συνοδευόμενος από τον Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο, για να πείσει τους μοναχούς. Η αντίδραση των μοναχών στο Άγιον Όρος είχε πάρει τη μορφή στάσης στην Κωνσταντινούπολη και τα επαρχιακά κέντρα, όπου ομάδες μοναχών διέδιδαν συστηματικά φοβερές φήμες, στην προσπάθειά τους να καταπολεμήσουν την πολιτική του αυτοκράτορα και να υπεραμυνθούν της μοναχικής Ορθοδοξίας. Ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης χλευάστηκαν και ταπεινώθηκαν από μοναχούς κατά την επίσκεψή τους στο Άγιο Όρος. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την αφήγηση ενός παλαιού συναξαρίου από τη Μονή Ζωγράφου, εξόργισε τον αυτοκράτορα, που αμέσως διέταξε τη λήψη βίαιων μέτρων εναντίον των μοναχών. Πολλοί μοναχοί από τη Μονή Βατοπεδίου, τη Μονή των Ιβήρων, τη Μονή Ζωγράφου και τη Μονή Καρυών, κατά την παράδοση, θανατώθηκαν. Με το θάνατο όμως του Μιχαήλ του Η΄ το 1282, και την εκθρόνιση του πατριάρχη Ιωάννη Βέκκου, τα πνεύματα ησύχασαν και οι καταστροφές επουλώθηκαν. Το Άγιο Όρος ωστόσο, έχει μνήμη στη λατρεία των ομολογητών που θανατώθηκαν με μαρτυρικό θάνατο εκείνη τη θλιβερή περίοδο.

Το Άγιο Όρος κατά την Επανάσταση του 1821
Από τις αρχές του 19ου αιώνα φάνηκε ότι ανέτειλε μια λαμπρή περίοδος για το Άγιο Όρος. Τα οικονομικά των μοναστηριών άρχισαν να βελτιώνονται, ανοικοδομούνταν μεγαλοπρεπή κτίρια, επανερχόταν το κοινοβιακό σύστημα στα μοναστήρια, ιδρύθηκε και λειτουργούσε τυπογραφείο και γίνονταν θεολογικές συζητήσεις. Τα μεγάλα μοναστήρια όπως η Μονή Λαύρας, η Μονή Βατοπεδίου και ιδίως η Μονή των Ιβήρων, γνωρίζουν ιδιαίτερη ακμή. Αναζωογονείται επίσης με την εισαγωγή του κοινοβιακού συστήματος και η Μονή Ξενοφώντος, η Μονή Εσφιγμένου, η Μονή Κασταμονίτου, η Μονή Σιμωνόπετρας, η Μονή Παντελεήμονος, η Μονή Διονυσίου και η Μονή Καρακάλλου. Μερικές μονές ανακαινίζονται ριζικά και επεκτείνονται, όπως η Μονή του Αγίου Παύλου, η Μονή Κασταμονίτου, η Μονή Ξενοφώντος και η Μονή Παντελεήμονος. Το σπουδαιότερο όμως από όλα ήταν η εξόφληση των κοινών χρεών και το αίσθημα απελευθέρωσης και ανεξαρτησίας για την κάθε Μονή. Τα γεγονότα ωστόσο που συνέβησαν αμέσως μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, ήταν καταστροφικά για τη Μακεδονία, αλλά ιδιαίτερα για το Άγιον Όρος που δεν είναι τόπος κατοικίας, χώρα ή πόλη, αλλά κιβωτός των εθνικών μας παραδόσεων και της χριστιανικής ορθοδοξίας. Πνευματικός ηγέτης του κινήματος στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στο Άγιον Όρος ήταν ο Σερραίος έμπορος Εμμανουήλ Παπάς, ο οποίος ανήλθε στο Άγιο Όρος και με το φίλο του Νικηφόρο Ιβηρίτη, ξεσήκωσαν τους μοναχούς που έσπευσαν με ενθουσιασμό να βαδίσουν με επικεφαλής τον Εμμανουήλ Παπά, εναντίον της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς το σώμα των αγιορειτών, χίλιοι περίπου άνδρες στα ιστορικά στενά της Ρεντίνας, περικυκλώθηκε από πολυάριθμο στρατό που έστειλε ο Αμπουλαμπούτ πασάς και διαλύθηκε. Όσοι απέμειναν, ύστερα από ταλαιπωρίες, επέστρεψαν στο Άγιο Όρος, όπου η κατάσταση ήταν υπερβολικά δύσκολη, ιδίως σε θέματα επισιτισμού, γιατί στο μεταξύ είχαν καταφύγει στον Άθω για ασφάλεια 5000 γυναικόπαιδα από τη Χαλκιδική. Τα γεγονότα αυτά αναστάτωσαν τους μοναχούς, ιδιαίτερα η καταπάτηση για άλλη μια φορά του «αβάτου», και άρχισαν να εγκαταλείπουν τα μοναστήρια παίρνοντας μαζί τους πολλά ιερά κειμήλια. Η τελική συντριβή των επαναστατών στην Κασσάνδρα, ανάγκασε τους μοναχούς να συνθηκολογήσουν και να δεχτούν τις προτάσεις των Τούρκων για αμνηστία και προστασία. Στις 15 Δεκεμβρίου 1821, ένα πολυάριθμο στρατιωτικό σώμα μπήκε στο Άγιο Όρος και με τη δικαιολογία της συγκέντρωσης των όπλων και της παράδοσης ομήρων, επέβαλε παράλληλα την πληρωμή 1.500.000 άσπρων. Το τουρκικό σώμα των 3.000 στρατιωτών αναχώρησε την άνοιξη του 1822 από το Άγιο Όρος, αφού προηγουμένως εγκατέστησε ισχυρές φρουρές σε κάθε Μονή που με διάφορες προφάσεις ασκούσαν κάθε είδους πίεση. Οι φρουρές αυτές παρέμειναν στον Άθω μέχρι τις 13 Απριλίου 1830. Με την αναχώρηση της τουρκικής φρουράς, άρχισε πάλι να αναπνέει το Άγιο Όρος ξαναβρίσκοντας τη χαμένη του αυτονομία. Και πάλι οι καταστροφές και η ένδεια που είχαν φέρει οι τουρκικές βιαιότητες αποκαταστάθηκαν από τους εράνους, την οργάνωση των μετοχίων που είχαν ιδρυθεί σε όλες τις ορθόδοξες χώρες, και από τις επιχορηγήσεις των χριστιανών ηγεμόνων. Η τελευταία μάλιστα πηγή οικονομικής βοήθειας, που παλαιά, όπως είναι φυσικό δινόταν από ευλάβεια προς την οσιότητα που είχε το Άγιον Όρος, τώρα μετά την εθνική αφύπνιση των λαών του Αίμου, άρχισε να παίρνει και πολιτικό χαρακτήρα. Από την εποχή αυτή αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα έντονη η επεκτατική πολιτική της Ρωσίας, για τις βλέψεις της οποίας στη Μεσόγειο ο Άθως αντιπροσώπευε σπουδαίο έρεισμα. Το σχέδιο που τέθηκε σε εφαρμογή μεταχειρίστηκε ως μέσο επιβολής την οικονομική βοήθεια προς την κάθε Μονή και την αποστολή στο Άγιο Όρος, όσο το δυνατόν περισσότερων μοναχών, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας στα παλαιά μοναστήρια. Παράλληλος στόχος της Ρωσίας ήταν και η ανίδρυση νέων μοναστηριών. Επειδή όμως αυτό απαγορευόταν από τους αρχαίους κανονισμούς, σχεδίασαν και πέτυχαν την επάνδρωση παλαιών κελιών σε κάθε Μονή και στη συνέχεια την ανύψωσή τους σε κοινοβιακές σκήτες με απώτατο σκοπό την αναγνώρισή τους ως μονών. Δε χρειάζεται να τονιστεί πως η ενέργεια ακριβώς αυτή δημιούργησε απαράδεκτη ανωμαλία, γιατί σκήτη και κοινόβιο είναι πράγματα απόλυτα αντιφατικά. Πιο συγκεκριμένα, η επιδρομή των Ρώσων έγινε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η ηγουμενία του οποίου πέρασε στον έλεγχό τους το 1870. Το 1839 κατέλαβαν την ερημωμένη Σκήτη του Προφήτη Ηλία και το 1849 το κελί του Αγίου Ανδρέα κοντά στις Καρυές και το μετέτρεψαν σε κοινοβιακές σκήτες υψώνοντας γύρω τους τεράστια, μεγαλοπρεπή και ελάχιστα μοναστικής αρχιτεκτονικής οικοδομήματα. Στην προσπάθειά τους όμως να εκρωσίσουν τη Μονή Κουτλουμουσίου και τη Μονή Σταυρονικήτα, απέτυχαν. Πρώτοι επέστρεψαν στον Άθω οι Βούλγαροι το 1833, στη Μονή Ζωγράφου, ενώ από τα μέσα του 18ου αιώνα έκαναν αισθητή την παρουσία τους στη Μονή Χιλανδραρίου. Το 1835 επίσης κατέλαβαν το παλιό κελί του Ξυλουργού και το μετέτρεψαν σε κοινοβιακή σκήτη με το όνομα Μπογκορόντιτσα. Οι Βλαχομολδαβοί επέστρεψαν εκεί γύρω στο 1855, ιδρύοντας στα όρια της Λαύρας την κοινοβιακή Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Τελευταίοι ήρθαν οι Σέρβοι, όταν ο βασιλιάς της Σερβίας Αλέξανδρος επισκέφθηκε το 1896 τη Μονή Χιλανδαρίου και δε βρήκε ούτε ένα Σέρβο μοναχό, παρά μόνο Βουλγάρους και Έλληνες. Γρήγορα όμως με την εξόφληση των χρεών και την πλούσια ετήσια επιχορήγηση και την παράλληλη αποστολή πολυάριθμων Σέρβων μοναχών, η Μονή Χιλανδαρίου δεν άργησε να αλλάξει εθνολογικό χαρακτήρα. Το 1842 επανιδρύθηκε η Αθωνιάς Σχολή, η οποία λειτουργεί ατροφικά και με διαλείμματα σχεδόν μέχρι τις ημέρες μας χωρίς όμως να αποδώσει τους καρπούς που ενέμεναν οι ιδρυτές της. Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον ελληνικό στρατό στις 2 Νοεμβρίου 1912, απελευθερώθηκε και το Άγιον Όρος από τον τουρκικό ζυγό με την εμφάνιση ελληνικής ναυτικής μοίρας στο λιμανάκι της Δάφνης, με επικεφαλής τον «Αβέρωφ», που αποβίβασε άγημα πεζοναυτών και ύψωσε την ελληνική σημαία. Αγήματα αποβιβάστηκαν και στα άλλα μοναστήρια. Η μικρή αντίσταση Βουλγάρων οπλοφόρων που κρύβονταν στη Μονή Ζωγράφου, εύκολα εξουδετερώθηκε. Το πρόβλημα όμως του καθεστώτος που υπήρχε στο Άγιο Όρος εξαιτίας των ρωσικών αξιώσεων που υποβλήθηκε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, εμφάνισε δυσκολίες. Το 1913 πολλές αντικρουόμενες αποφάσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Η συνθήκη της Λωζάνης του 1923 αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία στο Άγιον Όρος. Στο τελευταίο τυπικό από το Άγιο Όρος διαβάζει κανείς: «Το αγιώνυμον όρος του Άθω συνίσταται εξ είκοσιν Ιερών κυριαρχικών βασιλικών, πατριαρχικών και σταυροπηγιακών μονών τεταγμένων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα, κατά την ακόλουθον ιεραρχικήν τάξιν: 1) Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας 2) η Ιερά Μονή Βατοπεδίου 3) Η Ιερά Μονή των Ιβήρων 4) η Ιερά Μονή του Χιλανδαρίου 5) η Ιερά Μονή του Διονυσίου 6) η Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου 7) η Ιερά Μονή του Παντοκράτορος 8) η Ιερά Μονή Ξηροποτάμου 9) η Ιερά Μονή Ζωγράφου 10) η Ιερά Μονή του Δοχειαρίου 11) η Ιερά Μονή του Καρακάλλου 12) η Ιερά Μονή του Φιλοθέου 13) η Ιερά Μονή της Σίμωνος Πέτρας 14) η Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου 15) η Ιερά Μονή του Σταυρονικήτα 16) η Ιερά Μονή του Ξενοφώντος 17) η Ιερά Μονή του Γρηγορίου 18) η Ιερά Μονή του Εσφιγμένου 19) η Ιερά Μονή του Ρωσικού 20) η Ιερά Μονή Κασταμονίτου. Πάντα δε τα λοιπά ιδρύματα, σκήται, κελλία, ησυχαστήρια, είναι εξαρτήματα μιας εκάστης των είκοσι κυριάρχων ιερών μονών». Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά την κατάληψη της Μακεδονίας από τα γερμανικά στρατεύματα, η κάθε Μονή από το Άγιο Όρος ζήτησε από τον Χίτλερ να αναλάβει κάτω από την προστασία του το Άγιον Όρος. Το διάβημα αυτό των μοναχών ήταν αποτελεσματικό και κανένας Γερμανός ή Βούλγαρος δεν πάτησε το πόδι στη μοναχική πολιτεία, ένα μονάχα γερμανικό φυλάκιο στην Ουρανούπολη είχε τον έλεγχο των πολιτικών συνόρων του Άθω. Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων για ένα διάστημα ανέλαβαν την εποπτεία και φρούρηση οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, που έσπευσαν να καταργήσουν τον παλαιό Καταστατικό Χάρτη και να συντάξουν νέο, ο οποίος όμως έμεινε ανεφάρμοστος στο λίγο χρόνο που κράτησε η εξουσία τους. Κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μείωση του αριθμού των μοναχών. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι μοναχοί αριθμούσαν τους 10.000.

 


 
Copyright © 2002-2008 Lectus Εκδοτική    ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ